ΟΣΔΕΛ


- Αντι-γραφίες


«Μου έκλεψαν τις λέξεις...»

 

Γράφει ο Στέφανος Δάνδολος, συγγραφέας-δημοσιογράφος

 

Πίσω από το τζαμάκι του, σκυφτός μα πάντα χαμογελαστός, περνούσε τα χρόνια της ζωής του υπογράφοντας αιτήσεις, βάζοντας σφραγίδες σε κάθε λογής έγγραφα, προωθώντας πρωτόκολλα. Ήταν ο άνθρωπος του τρίτου γκισέ· και επίσης ήταν εκείνος που, από όλους τους συναδέλφους του στο συγκεκριμένο τμήμα του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών, γνώριζε τις περισσότερες πληροφορίες. Μπορούσε να σου πει τι να κάνεις σε κάθε περίπτωση που είχες πρόβλημα, μπορούσε να σου εξηγήσει διαδικασίες ολόκληρες με απλά λόγια, γνώριζε κάθε γραφειοκρατικό τελετουργικό. Και, επιπλέον, ήταν εξαιρετικά ευγενής. Του άρεσε να εξυπηρετεί. Ήταν γεννημένος για να εργάζεται σε ΚΕΠ.

Εάν υπήρχε κάτι που τον αποκαρδίωνε και του χαλούσε τη διάθεση ήταν η αγένεια των περισσότερων πολιτών. Στέκονταν στην ουρά ανυπόμονοι και ανέκφραστοι και, όταν έφταναν στο τζαμάκι του, ήταν επιθετικοί, καχύποπτοι, νόμιζαν ότι πας να τους κοροϊδέψεις. Τον έπνιγε η κακή συμπεριφορά των Ελλήνων κι έτσι, όταν είδε εκείνη τη συντετριμμένη φιγούρα με τα μελαγχολικά μάτια να πλησιάζει διστακτικά το γκισέ του, ανασκουμπώθηκε. Ήταν νωρίς ένα πρωί, πολύ νωρίς, μόλις είχαν ανοίξει.

«Καλημέρα», είπε. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»

«Καλημέρα, αγαπητέ κύριε», αποκρίθηκε ο ανθρωπάκος.

Πρώτη φορά τον είχε προσφωνήσει κάποιος «αγαπητό κύριο», και το πρόσωπό του φωτίστηκε – είναι τρομερό τι μπορούν να σου χαρίσουν δυο λέξεις.

«Έχω ένα πρόβλημα», είπε εκείνη η μορφή. «Μόλις ξύπνησα σήμερα το πρωί και πήγα στη βιβλιοθήκη μου…»

«Ναι…» είπε ο υπάλληλος.

«Ξέρετε, είμαι ποιητής. Ή μάλλον δεν ξέρετε, κανένας δεν ξέρει τους ποιητές». Γέλασε. «Τέλος πάντων». Έσκυψε περισσότερο στο τζάμι. «Πήγα, που λέτε, στη βιβλιοθήκη μου, άνοιξα τα βιβλία που έχω γράψει και είδα έκπληκτος πως ήταν αδειανά».

«Αδειανά… Τι εννοείτε “αδειανά”;»

«Κενά. Οι σελίδες ήταν λευκές. Όλες οι λέξεις είχαν φύγει. Είμαι πανικοβλημένος, αγαπητέ κύριε. Σαν να έγινε κάτι τρελό και η πνευματική μου εργασία εξανεμίστηκε. Χάθηκε. Σαν να έχω πέσει θύμα κλοπής. Καλύπτετε τέτοιες υποθέσεις; Δεν ξέρω τι να κάνω».

Ο υπάλληλος ήταν κεραυνοβολημένος. Πρώτη φορά άκουγε κάτι τόσο εξωφρενικό. Δεν είχε ιδέα τι να του πει.

«Δεν γνωρίζω πώς να σας…» ψέλλισε, αλλά εκείνη την στιγμή θυμήθηκε κάτι.

Πρόσφατα είχε τύχει να διαβάσει για τον ΟΣΔΕΛ, τον Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου. Ναι, εκεί ίσως μπορούσαν να του δώσουν κάποιες κατευθύνσεις ή να βρουν τις χαμένες λέξεις και να τις ξαναβάλουν στη θέση τους.

Του έδωσε τη διεύθυνση και τον είδε να φεύγει σέρνοντας τα βήματά του, ακολουθούμενος από ένα σύννεφο.

Και ύστερα, ξαφνικά, το σύννεφο διαλύθηκε, ο υπάλληλος άνοιξε τα μάτια του και είδε πίσω από το τζάμι τη βλοσυρή μορφή του προϊσταμένου του.

«Δεν κοιμόμαστε στη δουλειά, Παπαδόπουλε. Άντε, πιες έναν καφέ, σε λίγο θα έχουμε ουρές».


ΟΣΔΕΛ
Σπίτι του Βιβλίου
Θεμιστοκλέους 73, 10683 Αθήνα
Τηλ. 210-3849100

e-mail: info@osdel.gr